Πέμπτη 29 Νοεμβρίου 2018

« ΑΓΙΟΣ ΦΙΛΟΥΜΕΝΟΣ ΧΑΣΑΠΗΣ (1979), ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ Χ. ΑΝΔΡΑΛΗ »


     Ο ιερομάρτυρας Φιλούμενος είναι ανακηρυγμένος Άγιος της Εκκλησίας μας. Ήδη από χρόνια πριν την αγιοκατάταξή του, ο λαός, ειδικά της Κύπρου, τον τιμούσε ως Άγιο κάνοντας του αγιογραφίες και ακολουθίες.
     Ο κατά κόσμον Σοφοκλής Χασάπης γεννήθηκε το 1913 στο χωριό Ορούντα της επαρχίας της Μόρφου στην Κύπρο. Γονείς του ήταν ο Γεώργιος και η Μαγδαληνή Χασάπη, άνθρωποι ευσεβείς και φιλόθεοι. Ήταν οικογένεια αρκετά εύπορη καθώς, είχαν δικό τους πανδοχείο και φούρνο. Η αγάπη του Αγίου για το Χριστό γεννήθηκε όταν ήταν ακόμα πολύ μικρός. Η μητέρα του  καθώς και η ευσεβής γιαγιά του Λωξάντρα, μετέδωσαν σε αυτόν και στο δίδυμο αδελφό του Αλέξανδρο τα διδάγματα της χριστιανικής ζωής. Η ανάγνωση των βίων των αγίων θέρμαινε ακόμα περισσότερο την πίστη των δυο νεαρών. Ιδιαίτερα ο βίος του οσίου Ιωάννου του Καλυβίτου μίλησε στις καρδιές τους και τους δημιούργησε την επιθυμία να αφιερωθούν στο Θεό.
     Σε ηλικία δεκατεσσάρων χρονών, τα δυο αδέλφια αναχώρησαν κρυφά από τον κόσμο και πήγαν στην Ιερά Μονή Σταυροβουνίου. Ο πατέρας τους, όταν έμαθε για την αναχώρησή τους στο μοναστήρι, τους επισκέφθηκε και τους έδωσε την ευχή του να συνεχίσουν το δρόμο που διάλεξαν. Οι δυο έφηβοι είχαν βρει στη μοναχική ζωή την ψυχική τους ανάπαυση.
     Το 1934  ο Αρχιεπίσκοπος Ιορδάνου Τιμόθεος, επισκέφθηκε τη μονή και πρότεινε στον ηγούμενο πατέρα Βαρνάβα να πάρει τα δίδυμα αδέλφια μαζί του στους Αγίους Τόπους, όπου θα φοιτούσαν στο εκεί γυμνάσιο. Όπερ και εγένετο. Οι δυο νέοι ακολούθησαν τον Επίσκοπο στα Ιεροσόλυμα. Το 1937 έλαβαν το Μοναχικό Σχήμα. Ο μεν Σοφοκλής πήρε το μοναχικό όνομα Φιλούμενος, ο δε Αλέξανδρος ονομάστηκε Ελπίδιος
     Μόλις αποφοίτησαν από το γυμνάσιο, οι δρόμοι τους χώρισαν. Ο αρχιμανδρίτης Ελπίδιος υπηρέτησε σε διάφορα μέρη ως ιερέας (Αθήνα, Λονδίνο, Οδησσός, Κύπρος) και κοιμήθηκε το 1983 στο Άγιον Όρος, ενώ ο αδελφός του Φιλούμενος παρέμεινε στα Ιεροσόλυμα μέχρι το τέλος της εδώ ζωής του.
     Το 1948 ο Άγιος προχειρίσθηκε σε αρχιμανδρίτη. Όλη η ζωή του ήταν ένας διαρκής αγώνας για τη σωτηρία της ψυχής του. Από τη μεγάλη του ταπείνωση, πολλές φορές προσποιούταν το σαλό, για να κρύψει τις μεγάλες αρετές που ο Θεός του είχε χαρίσει. Δεν ήθελε οι άλλοι να τον υπολογίζουν ως άγιο, παρά το ότι η αγιότητα της ζωής του δεν κρυβόταν εύκολα. Δεν άφησε ποτέ την  απλότητα και την ταπεινότητα. Είχε πάρει πολύ ζεστά τον πνευματικό αγώνα. Είναι χαρακτηριστικό ότι για οκτώ χρόνια, δεν έφαγε καθιστός. Έτρωγε όρθιος και μέσα σε κατσαρόλα για άσκηση και αποφυγή οποιασδήποτε «ευχαρίστησης» που θα τον έφερνε μακριά από τη μεγαλύτερη ευχαρίστηση, την επικοινωνία με το Θεό.
     Το 1979 στις 8 Μαΐου, ορίστηκε να διακονεί στο φρέαρ του Ιακώβ. Οι Εβραίοι από την πρώτη στιγμή έδειξαν στον ταπεινό εκείνο ιερέα τις δολοφονικές προθέσεις τους. Σχεδόν καθημερινά απαιτούσαν να βγουν ο σταυρός και οι εικόνες, θεωρώντας τον τόπο ως ιουδαϊκό και όχι χριστιανικό προσκύνημα. Μάταια ο πατήρ Φιλούμενος προσπαθούσε να τους εξηγήσει με τον πράο τρόπο του, ότι το προσκύνημα αυτό ανήκε στους χριστιανούς για πολλούς αιώνες. Μάλιστα ένας Εβραίος πήγαινε συνέχεια και προσευχόταν στο ναό. Ο Άγιος, θέλοντας να μην προκαλέσει, σταματούσε τις ακολουθίες και συνέχιζε, όταν ο Εβραίος έφευγε. Παρά την ακακία αυτού του γέροντα, οι Σιωνιστές δεν υποχωρούσαν, αλλά τον έβριζαν και τον απειλούσαν. Παρότι φαινόταν ότι οι φανατικοί εχθροί του Χριστού θα προέβαιναν σε εγκληματικές πράξεις εναντίον του, ο πατήρ Φιλούμενος δεν σκέφθηκε να αποχωρήσει και να τους χαρίσει το ιερό προσκύνημα. Έμεινε πιστός στο διακόνημά του, παρότι γνώριζε ότι αυτό θα του στοίχιζε την ίδια του τη ζωή.
     Στις 29 Νοεμβρίου, ημέρα μνήμης του Αγίου Φιλουμένου του αρχαίου, προστάτη του νέου ιερομάρτυρα, μία ομάδα φανατικών Εβραίων επιτέθηκε με τσεκούρι στον ιερέα του Υψίστου και τον κατακρεούργησε. Οι βασανιστές του, έκοψαν τα τρία δάχτυλά του με τα οποία έκανε το σημείο του Σταυρού, σε μία προσπάθεια να τον κάνουν να αρνηθεί τη Χριστιανική Πίστη. Η εκκλησία και τα ιερά σκεύη είχαν όλα καταστραφεί. Φεύγοντας, οι Σιωνιστές πέταξαν χειροβομβίδα για να καταστρέψουν  ολοκληρωτικά το ορθόδοξο προσκύνημα. Τη στιγμή της δολοφονίας ο αδελφός του Αγίου, πατήρ Ελπίδιος, άκουσε τη φωνή του μάρτυρα να του λέει: «Αδελφέ μου, με σκοτώνουν προς δόξαν Θεού. Σε παρακαλώ μην αγανακτήσεις».
     Η κηδεία του Αγίου Φιλουμένου, έγινε στο ναό της Αγίας Θέκλας στις 4 Δεκεμβρίου του 1979 και το σώμα του τάφηκε στο κοιμητήριο της αγιοταφικής αδελφότητας. Τέσσερα χρόνια αργότερα, έγινε η εκταφή του. Το σκήνωμά του παρέμενε άφθαρτο και ευωδίαζε. Κατάλαβαν όλοι ότι ο Θεός με αυτόν τον τρόπο επιβεβαίωνε την αγιότητά του. Ξαναέκλεισαν τον τάφο και τον άνοιξαν τα Χριστούγεννα του 1984 διαπιστώνοντας ότι το σκήνωμα εξακολουθούσε να ευωδιάζει. Έπειτα τοποθέτησαν το σώμα του σε γυάλινη λειψανοθήκη, όπου τίθεται μέχρι σήμερα.
     Στις 30 Αυγούστου 2008 ανακηρύχθηκε Άγιος και το σκήνωμά του μεταφέρθηκε στον τόπο του μαρτυρίου του, το φρέαρ του Ιακώβ. Η μνήμη του τιμάται στις 29 Νοεμβρίου. Ο Θεός τον αξίωσε να εορτάζει την ίδια μέρα με τον προστάτη του.

«Νεομάρτυρες της Ορθοδοξίας στον 20ο και 21ο αιώνα», Σελίδες 112-116.

Δευτέρα 26 Νοεμβρίου 2018

« Η ΕΠΙΤΥΧΙΑ ΧΤΙΖΕΤΑΙ ΠΑΝΩ ΣΤΙΣ ΗΤΤΕΣ…,π. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ »


     Θαυμάζουμε και συγχρόνως αισθανόμαστε ντροπή και ενοχή, νιώθουμε λίγοι μπροστά στην επιτυχία εκείνου που βρήκε και πέτυχε τον στόχο του. Όμως κανείς δεν σκέφτεται ούτε καν αναφέρει, μια αλήθεια, μια παρηγορητική πραγματικότητα, για όλους εμάς που ακόμη δεν τα καταφέραμε. Ότι πριν υπάρξει αυτή η επιτυχής βολή προς τον στόχο, υπήρξαν εκατοντάδες αποτυχημένες προσπάθειες σε ικανό χρόνο. Οπότε όταν εκθειάζουμε την επιτυχία κάποιου, και λανθασμένα συγκρινόμαστε μαζί του, δεν θα βγάλουμε έξω από την ιστορία τις πολλές και σημαντικές ήττες που προηγήθηκαν. Διαφορετικά διαβάζουμε με λάθος τρόπο την επιτυχία που δεν υπάρχει δίχως την αποτυχία. Γιατί στα λαβωμένα μονοπάτια φτιάχνονται οι ωραιότεροι δρόμοι…

plibyos,blogspot.com



Παρασκευή 9 Νοεμβρίου 2018

« ΑΓΙΟΣ ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ (1846-1920) »


     Νεοφανής και λίαν δημοφιλής άγιος της Ορθόδοξης Χριστιανικής Εκκλησίας, η μνήμη του οποίου τιμάται στις 9 Νοεμβρίου. Την ημέρα αυτή γιορτάζουν ο Νεκτάριος και η Νεκταρία.
      Ο κατά κόσμον Αναστάσιος Κεφαλάς γεννήθηκε στη Σηλυβρία της Θράκης την 1η Οκτωβρίου 1846 από ευσεβείς γονείς, τον Δήμο και τη Μαρία Κεφαλά. Τα πρώτα γράμματα τα έμαθε στην πατρίδα του και σε ηλικία 14 ετών μετέβη στην Κωνσταντινούπολη, όπου εργάστηκε ως υπάλληλος στο κατάστημα ενός συγγενή του. Τις ελεύθερες ώρες του μελετούσε τα Πατερικά κείμενα και εκκλησιαζόταν τακτικά. Στη συνέχεια εργάστηκε ως παιδονόμος στο σχολείο του Μετοχίου τού Παναγίου Τάφου, όπου ανέλαβε και διδακτικά καθήκοντα στις κατώτερες τάξεις.
     Σε ηλικία 20 ετών, το 1866, διορίσθηκε δάσκαλος στο χωριό Λίθιο της Χίου, στο οποίο παρέμεινε για επτά χρόνια. Παράλληλα, ως θιασώτης του μοναχικού βίου επισκεπτόταν συχνά την Ιερά Μονή των Αγίων Πατέρων και συζητούσε ώρες αμέτρητες για διάφορα θρησκευτικά θέματα με τον ηγούμενο γέροντα Παχώμιο. Ο πόθος του για τη μοναχική ζωή αύξανε μέρα με την μέρα και στις 7 Νοεμβρίου 1876 εκάρη μοναχός με το όνομα Λάζαρος στη Νέα Μονή της Χίου. Το όνομα Νεκτάριος το έλαβε κατά τη χειροτονία του σε διάκονο (15 Ιανουαρίου 1877) από τον μητροπολίτη Χίου Γρηγόριο.
     Ένας πλούσιος και ευσεβής κάτοικος της Χίου, ο Ιωάννης Χωρέμης, του έδωσε τη δυνατότητα να συνεχίσει τις σπουδές του στην Αθήνα. Φοίτησε στο Γυμνάσιο, αλλά κατά τη διάρκεια των απολυτηρίων εξετάσεων ο ευεργέτης του πέθανε. Έτσι, δεν ήταν δυνατόν να εκπληρωθεί η επιθυμία του να σπουδάσει θεολογία. Κάποιοι γνωστοί του, όμως, τον σύστησαν στον Πατριάρχη Αλεξανδρείας Σωφρόνιο (1870-1899), ο οποίος εκτιμώντας τον χαρακτήρα του ανέλαβε τα έξοδα για τις σπουδές του στη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, από το οποίαν έλαβε το πτυχίο του το 1885.


     Τον επόμενο χρόνο επανήλθε στην Αλεξάνδρεια, όπου χειροτονήθηκε πρεσβύτερος (23 Μαρτίου 1886) από τον ίδιο τον πατριάρχη και ανέλαβε τα καθήκοντα του γραμματέα και του ιεροκήρυκα του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας. Στις 15 Ιανουαρίου 1889 χειροτονήθηκε μητροπολίτης της πάλαι ποτέ διαλαμψάσης Μητροπόλεως Πενταπόλεως στο Ναό του Αγίου Νικολάου του Καΐρου, χοροστατούντος του Πατριάρχη Αλεξανδρείας Σωφρονίου. Η δράση του και η ταχεία άνοδός του στα εκκλησιαστικά αξιώματα προκάλεσαν την αντίδραση κληρικών του πατριαρχείου, οι οποίοι τον διέβαλαν στον Σωφρόνιο, ότι θέλει να του πάρει τον θρόνο. Οι φθονερές εισηγήσεις τους έγιναν αποδεκτές από τον Πατριάρχη, ο οποίος τον απομάκρυνε από το Πατριαρχείο.
     Το 1889, ο Νεκτάριος ήλθε στην Αθήνα με σκοπό να μονάσει στο Άγιο Όρος. Όμως, πολλοί εκκλησιαστικοί παράγοντες τον παρότρυναν να παραμείνει στην Ελλάδα, όπου η παρουσία του θα ήταν ωφελιμότερη. Μάταια επί ένα χρόνο αναζητούσε εργασία, ζώντας στην απόλυτη φτώχεια, ώσπου το 1891 διορίσθηκε ιεροκήρυκας Ευβοίας (1891-1893), στη συνέχεια Φθιώτιδος και Φωκίδος (1893-1894) και τέλος διευθυντής της Ριζαρείου Εκκλησιαστικής Σχολής στην Αθήνα (1894-1908). Μετά τον θάνατο του πατριάρχη Αλεξανδρείας Σωφρονίου το 1899, ο Νεκτάριος κλήθηκε να τον διαδεχθεί, αλλά αρνήθηκε.
     Το 1904 ίδρυσε στην Αίγινα τη γυναικεία Μονή της Αγίας Τριάδος, στην οποία και εγκαταβίωσε μετά την παραίτησή του από τη Ριζάρειο το 1908. Εκεί έγινε πανελληνίως γνωστός με τα πολλά θαύματα που τέλεσε, αλλά η δράση του προκάλεσε την αντίδραση τοπικών παραγόντων (εκκλησιαστικών και μη), που τον διέβαλαν στην Αρχιεπισκοπή Αθηνών. Δύο διαδοχικοί αρχιεπίσκοποι, ο Θεόκλητος και ο Μελέτιος, διέταξαν ανακρίσεις, αλλά δεν βρήκαν κάτι το μεμπτό. Όπως και η Εισαγγελία Πειραιά που ερεύνησε την καταγγελία μητέρας ότι η 16χρονη κόρη της είχε γίνει χωρίς την έγκρισή της δεκτή ως καλόγρια στο μοναστήρι της Αγίας Τριάδας.


     Στις αρχές του 1919 ο Νεκτάριος προσβλήθηκε από καρκίνο του προστάτη, τον οποίο απέκρυψε από το περιβάλλον του. Συνέχισε την εκκλησιαστική δράση του, αλλά στα τέλη του Σεπτεμβρίου του 1920 οι πόνοι έγιναν αφόρητοι και με δυσκολία περπατούσε. Τότε αναγκάστηκε να νοσηλευτεί στο «Αρεταίειο» της Αθήνας, όπου άφησε την τελευταία του πνοή λίγο πριν από τα μεσάνυχτα της 8ης Νοεμβρίου 1920. Κηδεύτηκε με πάνδημο τρόπο στην Αίγινα και ενταφιάστηκε στη Μονή τής Αγίας Τριάδας.
     Στις 20 Απριλίου 1961, με πράξη του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως συναριθμήθηκε «τοις οσίοις και αγίοις της Εκκλησίας», επειδή «...οσιότητι μεν και αγιότητι βίου διακριθείς και τύπον και υπογραμμόν αρετής και εγκρατείας και αγαθοεργίας παραστήσας και ζων και μετά θάνατον του χαρίσματος της των θαυμάτων ενεργείας παρά Θεού αξιωθείς...». Η ανακομιδή των λειψάνων του Αγίου Νεκταρίου έγινε στις 2 Σεπτεμβρίου 1963 και από τότε φυλάσσονται στη μονή που ο ίδιος ίδρυσε στην Αίγινα.

www.sansimera.gr