Πέμπτη, 27 Αυγούστου 2015

« ΤΟΙΧΟΓΡΑΦΙΑ ΑΓΙΟΥ ΦΑΝΟΥΡΙΟΥ ΠΑΡΕΚΚΛΗΣΙΟΥ ΑΓΙΑΣ ΣΟΦΙΑΣ Ι.Ν. ΑΓΙΟΥ ΑΛΕΞΙΟΥ ΑΙΓΙΟΥ (ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ) »


« Ο ΔΥΟΣΜΟΣ, ΤΟ ΑΝΗΘΟ ΚΑΙ ΟΙ ΦΑΝΟΥΡΟΠΙΤΕΣ, π. ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΜΠΟΚΟΥ »


     Ο Χριστός κάποτε στιγμάτισε για πολλά πράγματα τη συμπεριφορά των γραμματέων και φαρισαίων. Ανάμεσα σε άλλα, ανέφερε και ότι ασχολούνται πρόθυμα και σχολαστικά με εντελώς δευτερεύοντα πράγματα, ενώ αδιαφορούν τελείως για τα σπουδαιότερα και βασικά που ζητάει ο Θεός.
     «Αποδεκατούτε το ηδύοσμον και το άνηθον και το κύμινον, και αφήκατε τα βαρύτερα του νόμου, την κρίσιν και τον έλεον και την πίστιν. Ταύτα δε έδει ποιήσαι κακείνα μη αφιέναι» (Ματθ. 23, 23). Όλη σας η φροντίδα, λέει, είναι αν θα βγάλετε τη δεκάτη (την προσφορά του 10%) από τον δυόσμο, το άνηθο και το κύμινο για τον ναό. Για τα βαρύτερα του νόμου, τη δικαιοσύνη, την αγάπη και την τιμιότητα που σας κάνει αξιόπιστους, κανένα ενδιαφέρον! Όμως με αυτά θα ’πρεπε κυρίως να ασχολείσθε, χωρίς να παραλείπετε βέβαια και τα ελαφρότερα.
     Τα λόγια αυτά του Χριστού μας θυμίζουν ένα φαινόμενο των ημερών μας. Οι Χριστιανοί δείχνουν μεγάλη προθυμία στο να φτιάχνουν φανουρόπιτες και την ημέρα της γιορτής του αγίου Φανουρίου (αλλά και οποιαδήποτε άλλη μέρα) τρέχουν στην Εκκλησία για να τις «διαβάσουν». Δεν είναι κατακριτέα η ευλάβεια προς τον άγιο. Απεναντίας. Το ερώτημα όμως είναι: Ασχολούνται με την ίδια προθυμία και με «τα βαρύτερα του νόμου»; Με τη δικαιοσύνη, την ευσπλαχνία, την τιμιότητα;
     Μήπως μένουμε μόνο σε μια εξωτερική θρησκευτικότητα που δεν κοστίζει τίποτε; Μήπως μια ζωή κουβαλάμε στον Θεό λαμπάδες, τάματα, φανουρόπιτες, αλλά πέρα από αυτά τίποτε; Τι λέει ο Θεός γι’ αυτά; «Έλεον θέλω και ου θυσίαν» (Ωσ. 6, 6). Δεν θέλω την προσφορά σας, τη θυσία σας, αλλά τη φιλανθρωπία, την ευσπλαχνία σας. Θέλω την καρδιά σας γεμάτη αγάπη για τον καθένα. Θέλω την επίπονη θυσία της μεταμόρφωσης της καρδιάς σας και όχι την ξεκούραστη προσφορά μιας φτηνής, τυπικής, επιφανειακής θρησκευτικότητας.
     Γιατί όμως ο Κύριος απεχθάνεται τις θυσίες και προσφορές, αφού, στο κάτω-κάτω, αυτός ο ίδιος ορίζει στον νόμο του να τις προσφέρουν; Απλούστατα, επειδή οι ψυχές των προσφερόντων είναι ακάθαρτες από την αμαρτία. «Με πλησιάζει ο λαός αυτός μόνο με τα λόγια. Με τιμά με τα χείλη, εξωτερικά, υποκριτικά. Η καρδιά του όμως απέχει πολύ από μένα. Είναι ανώφελη η ευσέβειά τους, αφού ακολουθούν διδασκαλίες και εντολές ανθρώπινες» (Ησ. 29, 13).
     Αλλού επεξηγεί περισσότερο ο προφήτης Ησαΐας γιατί είναι ανώφελη η επίπλαστη ευσέβεια. «Τι να το κάμω, λέγει ο Κύριος, το πλήθος των θυσιών σας; Χόρτασα από τις θυσίες κριών, αρνιών, ταύρων και τράγων. Δεν θέλω να έρχεσθε στις γιορτές για να μου φέρετε τις προσφορές σας. Ποιος τα ζήτησε αυτά από τα χέρια σας; Μου είναι άχρηστη και σιχαμένη η προσφορά σας σε σεμιγδάλι και θυμίαμα. Η ψυχή μου μισεί τις γιορτές σας και τη νηστεία σας, γιατί δεν αντέχω άλλο τις αμαρτίες σας.
     Λουσθήτε λοιπόν, γίνετε καθαροί! Αφαιρέστε τις πονηριές από τις ψυχές σας, σταματήστε τα πονηρά σας έργα. Μάθετε να κάνετε το καλό, επιδιώξτε τη δικαιοσύνη, σώστε τον αδικούμενο, δικαιώστε το ορφανό και τη χήρα. Και δεύτε διαλεχθώμεν, λέγει Κύριος. Ελάτε τότε να τα πούμε. Και όσο κι αν βάφτηκαν οι ψυχές σας από τις αμαρτίες σας, εγώ θα τις κάνω λευκές σαν χιόνι, σαν άσπρο μαλλὶ» (Ησ. 1, 11-18).
     Μήπως αυτό συμβαίνει και σε μας; Φροντίζουμε για την ψυχική μας καθαρότητα από την αμαρτία με την ίδια τουλάχιστον προθυμία που δείχνουμε για τη φανουρόπιτα; Ο Κύριος δεν μας ζητάει τάματα. Ζητάει όμως να διώξουμε κάθε κακία, κάθε αμαρτωλό πάθος απ’ την καρδιά μας. Να τη γεμίσουμε έλεος, ευσπλαχνία, αγάπη για το κάθε πλάσμα του.
     Τότε μόνο θα έχει αξία και η οποιαδήποτε προσφορά μας. Χωρίς την ψυχική αυτή προετοιμασία, όλα χάνουν το νόημά τους. Θα βρεθούμε στη θέση του ανθρώπου που πήγε στους βασιλικούς γάμους χωρίς ανάλογη ενδυμασία, με αποτέλεσμα να καταλήξει στη χειρότερη και σκοτεινότερη φυλακή (Ματθ. 22, 1-14). Στη θέση των μωρών παρθένων, που ακολουθώντας μια ρηχή θρησκευτικότητα, αποκλείστηκαν απὸ τους γάμους, επειδή ξέμειναν χωρίς λάδι τα λυχνάρια τους. Χωρίς έλαιον τα αγγεία τους. Επειδή είχε μείνει νωρίτερα χωρίς έλεον (=ευσπλαχνία) η καρδιά τους (Ματθ. 25, 1-13).
     Τι φριχτή απογοήτευση να τρέχουμε μια ολόκληρη ζωή στις εκκλησιές με λαμπάδες, με κεριά, με φανουρόπιτες και ν’ ακούσουμε στο τέλος από τον Χριστό: «Ουδέποτε έγνων υμάς» (Ματθ. 7, 23)! Μπρος στον ολόφωτο νυμφώνα του να διαπιστώσουμε την τελευταία στιγμή, ότι «ένδυμα ουκ έχομεν, ίνα εισέλθωμεν εις αυτόν». Δεν θα ’ναι κρίμα, λίγα φυλλαράκια δυόσμου ή άνηθου (Ματθ. 23, 23) να μονοπωλήσουν αποκλειστικά την προσοχή μας και τελικά να «μείνωμεν έξω του νυμφώνος Χριστού»;
     Ας κάνουμε λοιπόν μια «φανουρόπιτα» για να μας δείχνει ο άγιος Φανούριος τον δρόμο. Τον δρόμο προς τη σωτηρία που περνάει μες απ’ «τα βαρύτερα του νόμου, την κρίσιν και τον έλεον και την πίστιν».

Εορτὴ αγ. Φανουρίου
27η Αυγούστου 2015

Σάββατο, 15 Αυγούστου 2015

« Η ΧΑΡΑ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΩΝ, ΦΩΤΗ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ »


     Η Παναγία είναι το πνευματικό στόλισμα της ορθοδοξίας. Για μας τους Έλληνες είναι η πονεμένη μητέρα, η παρηγορήτρια κ’ η προστάτρια, που μας παραστέκεται σε κάθε περίσταση. Σε κάθε μέρος της Ελλάδας είναι χτισμένες αμέτρητες εκκλησιές και μοναστήρια, παλάτια αυτηνής της ταπεινής βασίλισσας, κι’ ένα σωρό ρημοκλήσια, μέσα στα βουνά, στους κάμπους και στα νησιά, μοσκοβολημένα από την παρθενική και πνευματική ευωδία της.
     Μέσα στο καθένα απ’ αυτά βρίσκεται το παληό και σεβάσμιο εικόνισμά της με το μελαχροινό και χρυσοκέρινο πρόσωπό της, που το βρέχουνε ολοένα τα δάκρυα του βασανισμένου λαού μας, γιατί δεν έχουμε άλλη να μας βοηθήσει, παρεκτός από την Παναγία, «άλλην γαρ ουκ έχομεν αμαρτωλοί προς Θεόν εν κινδύνοις και θλίψεσιν αεί μεσιτείαν, οι κατακαμπτόμενοι υπό πταισμάτων πολλών». Το κάλλος της Παναγίας δεν είναι κάλλος σαρκικό, αλλά πνευματικό, γιατί εκεί που υπάρχει ο πόνος κ’ η αγιότητα, υπάρχει μονάχα κάλλος πνευματικό. Το σαρκικό κάλλος φέρνει τη σαρκική έξαψη, ενώ το πνευματικό κάλλος φέρνει κατάνυξη, σεβασμό κι’ αγνή αγάπη. Αυτό το κάλλος έχει η Παναγία. Κι’ αυτό το κάλλος είναι αποτυπωμένο στα ελληνικά εικονίσματά της που τα κάνανε άνθρωποι ευσεβείς οπού νηστεύανε και ψέλνανε και βρισκόντανε σε συντριβή καρδίας και σε πνευματική καθαρότητα. Στην όψη της Παναγίας έχει τυπωθεί αυτό το μυστικό κάλλος που τραβά σαν μαγνήτης τις ευσεβείς ψυχές και τις ησυχάζει και τις παρηγορά. Κι’ αυτή η πνευματική ευωδία είναι το λεγόμενο Χαροποιόν Πένθος που μας χαρίζει η θρησκεία του Χριστού, ένα βότανο άγνωστο στους ανθρώπους που δεν πήγανε κοντά σ’ αυτόν τον καλόν ποιμένα. Τούτη τη χαροποιά λύπη την έχουνε όλα όσα έκανε η ορθόδοξη τέχνη, και τα ευωδιάζει σαν σμύρνα και σαν αλόη, καν εικόνισμα είναι, καν υμνωδία, καν ψαλμωδία, καν χειρόγραφο, καν άμφια, καν λόγος, καν κίνημα, καν ευλογία, καν χαιρετισμός, καν μοναστήρι, καν κελλί καν σκαλιστό ξύλο, καν κέντημα, καν καντήλι, καν αναλόγι, καν μανουάλι, ότι και νάναι αγιωτικό.
     Από τα ονόματα και μόνο που έδωσε η ορθοδοξία στην Παναγία, και που μ’ αυτά την καταστόλισε, όχι σαν είδωλο θεατρικό, όπως γίνηκε αλλού που φορτώσανε μια κούκλα με δαχτυλίδια και σκουλαρήκια και με ένα σωρό άλλα ανίερα και ανόητα πράγματα, λοιπόν αυτά μοναχά, λέγω, φαίνεται πόσο πνευματική αληθινά είναι η λατρεία της Παναγίας στην ελληνική ορθοδοξία. Πρώτα-πρώτα το ένα αγιώτατο όνομά της: Παναγία. Ύστερα τα άλλα: Υπερευλογημένη, Θεοτόκος, Παναμώμητος, Τιμιωτέρα των Χερουβείμ και ενδοξωτέρα ασυγκρίτως των Σεραφείμ, Ζώσα και Άφθονος, Πηγή, Έμψυχος Κιβωτός, Άχραντος, Αμόλυντος, Κεχαριτωμένη, Αειμακάριστος και Παναμώμητος, Προστασία, Επακούουσα, Γρηγορούσα, Γοργοεπήκοος, Ηγιασμένος Ναός, Παράδεισος λογικός, Ρόδον το Αμάραντον, Χρυσούν Θυμιατήριον, Χρυσή Λυχνία, Μαναδόχος Στάμνος, Κλίμαξ Επουράνιος, Πρεσβεία θερμή, Τείχος απροσμάχητον, Ελέους Πηγή, του Κόσμου Καταφύγιον, Βασιλέως Καθέδρα, Χρυσοπλοκώτατος Πύργος και Δωδεκάτειχος Πόλις, Ηλιοστάλακτος Θρόνος, Σκέπη του Κόσμου, Δένδρον αγλαόκαρπον, Ξύλον ευσκιόφυλλον, Ακτίς νοητού ηλίου, Σιών αγία, Θεού κατοικητήριον, Επουράνιος Πύλη, Αδικουμένων προστάτις, Βακτηρία τυφλών, Θλιβομένων η χαρά, και χίλια δυο άλλα, που βρίσκονται μέσα στα βιβλία της εκκλησίας. Κοντά σ’ αυτά είναι και τα ονόματα που γράφουνε απάνω στα άγια εικονίσματά της οι αγιογράφοι: Οδηγήτρια, Γλυκοφιλούσα, Πλατυτέρα των Ουρανών, η Ελπίς των απελπισμένων, η Ταχεία Επίσκεψις, η Αμόλυντος, η Ελπίς των Χριστιανών, η Παραμυθία, η Ελεούσα κι άλλα πολλά, που γράφουνται από κάτω από τη συντομογραφία: ΜΗΡ ΘΥ, που θα πει Μήτηρ Θεού. Πόση αγάπη, πόσο σέβας και πόσα κατανυκτικά δάκρυα φανερώνουνε μοναχά αυτά τα ονόματα, που δεν ειπωθήκανε σαν τα λόγια οπού βγαίνουνε εύκολα από το στόμα, αλλά που χαραχτήκανε στις ψυχές με πόνο και με ταπείνωση και με πίστη.
     Αμή οι ύμνοι της πούναι αμέτρητοι σαν τάστρα τ’ ουρανού κ’ εξαίσιοι στο κάλλος, και που τους συνθέσανε οι άγιοι υμνολόγοι, «θίασον συγκροτήσαντες πνευματικόν»! Σ’ αυτό το ευωδιασμένο περιβόλι βρίσκουνται όλα τα αμάραντα άνθη και τα ευωδιασμένα βότανα του λόγου. Αληθινά προφήτεψε η ίδια η Παναγία για τον εαυτό της, τότε που πήγε στο σπίτι του Ζαχαρία και την ασπάσθηκε η Ελισάβετ, πως θα τη μακαρίζουνε όλες οι γενεές: «Εκείνες τις μέρες, σηκώθηκε η Μαριάμ και πήγε στην Ορεινή με σπουδή στην πολιτεία του Ιούδα και μπήκε στο σπίτι του Ζαχαρία και χαιρέτησε την Ελισάβετ. Και σαν άκουσε η Ελισάβετ τον χαιρετισμό της Μαρίας πήδηξε το παιδί μέσα στην κοιλιά της.
     Και γέμισε Πνεύμα Άγιο η Ελισάβετ και φώναξε με φωνή μεγάλη κ’ είπε: «Βλογημένη είσαι εσύ ανάμεσα στις γυναίκες και βλογημένος ο καρπός της κοιλίας σου. Κι’ από πού μου ήρθε αυτό το καλό, νάρθει η μητέρα του κυρίου μου προς εμένα; γιατί μόλις ήρθε η φωνή του χαιρετισμού σου στ’ αυτιά μου, ξεπέταξε το παιδί στην κοιλιά μου, κι’ είναι μακάρια εκείνη που πίστεψε σε όσα της είπεν ο Κύριος». Κ’ είπε η Μαριάμ: «Δοξολογά η ψυχή μου τον Κύριο κι’ αναγάλλιασε το πνεύμα μου για το Θεό τον σωτήρα μου, γιατί καταδέχθηκε να κυτάξει την ταπεινή τη δούλα του. Γιατί, να, από τώρα κ’ ύστερα θα με μακαρίζουνε όλες οι γενεές, επειδή έκανε σε μένα μεγαλεία ο Δυνατός, κ’ είναι αγιασμένο τ’ όνομά του, και το έλεός του πηγαίνει από γενεά σε γενεά σε κείνους που έχουνε τον φόβο του».
     Αμέτρητες είναι οι υμνωδίες της Παναγίας, μα αμέτρητα είναι και τα σεμνόχρωμα εικονίσματά της, που καταστολίζουνε τις εκκλησιές μας, ζωγραφισμένα στο σανίδι είτε στον τοίχο. Σε κάθε ορθόδοξη εκκλησιά στέκεται το εικόνισμά της στο τέμπλο από τα δεξιά της άγιας Πόρτας. Σε άλλες εικόνες ζωγραφίζεται και μοναχή, μα στα  εικονίσματα του τέμπλου κρατά πάντα τον Χριστό στην αγκαλιά της απ’ τ’ αριστερά, σπάνια απ’ τα δεξιά, (τότε λέγεται Δεξιοκρατούσα). Το κεφάλι της είναι σκεπασμένο σεμνά  και  σοβαρά  με  το μαφόριο, ένα φόρεμα φαρδύ κι’ ιερατικό σκούρο βυσσινί, που πέφτει στον ώμο της απλόχωρο, αφήνοντας να φαίνεται μοναχά το μακρουλό πρόσωπό της και τα χέρια της. Από μέσα από το σκέπασμα φαίνεται μια στενή λουρίδα από το δέσιμο του κεφαλιού της που σφίγγει το μέτωπό της και αφήνει να φανούνε μονάχα οι άκρες των αυτιών της. Το μέτωπό της είναι σαν μελαχροινό φίλντισι, αγνό, απλό και κατακάθαρο. Τα ματόφρυδά της είναι καμαρωτά, ζωηρά και μακρυά, φτάνοντας ίσαμε κοντά στ’ αυτιά της, τα μάτια της αμυγδαλωτά, ισκιωμένα, καστανά, βαθειά, σοβαρά μα γλυκύτατα, με τ’ ασπράδι καθαρό μα ισκιωμένο. Το βλέμμα της είναι μελαγχολικό απλό, ίσιο, ήσυχο, συμπαθητικό, αγαπητό, θλιμμένο μα και μαζί χαροποιό, αυστηρό μα και μαζί συμπονετικό, αγιώτατο, πνευματικό, αθώο, σκεφτικό, άμωμο, ελπιδοφόρο, υπομονητικό, πράο, σεμνώτατο, μακρυά από κάθε σαρκικόν λογισμό, καθρέφτισμα μυστικό του παραδείσου, βασιλικό και ταπεινό, ανθρώπινο και θεϊκό, άκακο, αδελφικό, ευγενικό, ελεγκτικό, άγρυπνο, γαληνό, φιλάνθρωπο, μητρικό, παρθενικό, δροσερό, καυτερό για όσους έχουνε πονηρούς λογισμούς, τρυφερό, διαπεραστικό, ερευνητικό, απροσποίητο, ηγεμονικό, συγκαταβατικό, παρακαλεστικό, αμετασάλευτο. Η μύτη της είναι μακρυά και στενή, με μέτρο, ιουδαϊκή, άσαρκη, με λεπτά ρουθούνια, λίγο γυριστή, σεμνή. Το στόμα της μικρό, ντροπαλό, φρόνιμο, κλειστό, καθαρό, ισκιωμένο κατά το μάγουλο, σαν να χαμογελά ελαφρά. Το πηγούνι της γυριστό, σεβαστό, ανεπιτήδευτο, ταπεινό. Το μάγουλό της, παρθενικό, καθαρό, χνουδωτό, ευωδιασμένο, ντροπαλό, χλωμό με μιαν ελαφρότατη ροδοκοκκινάδα. Ο λαιμός της γυρτός ταπεινά, σμίγει με το πηγούνι μ’ ένα απαλό ίσκιασμα που το λέγανε οι παλαιοί γλυκασμό. Το όλο πρόσωπό της είναι ιερατικό και θρησκευτικό, και μαρτυρά αρχαία φυλή. Τα άχραντα χέρια της είναι μικρά, στενά μακροδάχτυλα, λεπτόνυχα. Με το αριστερό βαστά τον Χριστό, και το δεξί τόχει ακουμπισμένο σεμνά απάνω στο στήθος της, σε στάση παρακαλεστική, με το μεγάλο δάχτυλο μακρυά από τ’ άλλα. Στα πιο αρχαία εικονίσματα αυτό το χέρι είναι πιο όρθιο και πιο ψηλά, κοντά στο λαιμό.
     Ο πιο αυστηρός τύπος της Παναγίας είναι η λεγόμενη Οδηγήτρια, που έχει όρθια την κεφαλή της, έκφραση απαθέστερη και το όλο σχήμα της είναι πιο ιερατικό. Ενώ η Γλυκοφιλούσα έχει το κεφάλι της γυρτό κατά το παιδί της, που τ’ αγκαλιάζει σφιχτότερα, κ’ η έκφρασή της είναι πιο αισθηματική. Η Πλατυτέρα παριστάνεται καθισμένη απάνω στο θρόνο, αυστηρή κι’ αλύγιστη, και βαστά τον Χριστό στα γόνατά της, ακουμπώντας τόνα χέρι της στον ώμο του και με τ’ άλλο βαστώντας το πόδι του ή ένα μαντήλι.
     Στην Ελλάδα, οι περισσότερες εκκλησιές της Παναγίας γιορτάζουνε κατά την Κοίμηση της Θεοτόκου, δηλαδή στις 15 Αυγούστου. Τα τροπάρια που ψέλνουνε σ’ αυτή τη γιορτή είναι από τα πιο εξαίσια. Το δοξαστικό του Εσπερινού είναι το μονάχο τροπάρι που ψέλνεται με τους οχτώ ήχους, κάθε φράση κι’ άλλος ήχος· αρχίζει από τον πρώτον ήχο και τελειώνει πάλι στον πρώτον.
     Μα ολάκερη η Ελλάδα δεν υμνολογά την Παναγία μονάχα με τους ψαλτάδες και με τους παπάδες στις εκκλησιές, αλλά και με το κάθε τι της, με τα χωριά, με τα βουνά, με τα νησιά, πούχουνε τ’ αγιασμένο τ’ όνομά της. Τα καράβια βολτατζάρουνε στη δροσερή θάλασσα, ανοιχτά από τους κάβους πούναι χτισμένα τα μοναστήρια της, έχοντας στη πρύμνη σκαλισμένο τ’ αγαπημένο και προσκυνητό όνομά της. Όποιος ταξιδεύει στα ελληνικά νερά, σ’ όποιο μέρος κι’ αν βρεθεί τη μέρα της Παναγίας, θαν΄ ακούσει απ’ ανοιχτά τις καμπάνες απάνω από το πέλαγο. Άλλες έρχουνται από τ’ Άγιον Όρος που το λένε Περιβόλι της Παναγίας, άλλες από την Τήνο πούχει το ξακουστό παλάτι της, άλλες από την Σαλαμίνα που γιορτάζει η Φανερωμένη, άλλες από τη Μυτιλήνη, από την Παναγιά της Αγιάσσος και της Πέτρας, άλλες από το Μοναστήρι της Σίφνου, άλλες από τη Σκιάθο, άλλες από τη Νάξο, από κάθε νησί, από κάθε κάβο, από κάθε στεριά.


Τετάρτη, 5 Αυγούστου 2015

« ΕΝΑΣ ΣΥΓΧΡΟΝΟΣ ΑΓΙΟΣ: Ο ΝΕΟΦΑΝΗΣ ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ – ΙΑΚΩΒΟΣ Ο ΝΕΟΣ ΧΟΖΕΒΙΤΗΣ (+5 Αυγούστου 1960) »


     Γεννήθηκε το 1913 στο νομό Βοτοσανίου της Ρουμανίας. Από μικρός έμεινε ορφανός. Στα 20 του χρόνια, το 1933, μπήκε ως δόκιμος στη μονή Νεάμτς, όπου έμεινε τρία χρόνια.
     Στις 8 Απριλίου 1936 έγινε η μοναχική κουρά και από Ηλίας ονομάστηκε Ιωάννης.
     Το φθινόπωρο του 1936 επισκέφτηκε τους Αγ. Τόπους και αφού προσκύνησε τον Πανάγιο Τάφο, εισήλθε στην αδελφότητα του Αγίου Σάββα, όπου ασκήτεψε δέκα χρόνια και απέκτησε το χάρισμα των δακρύων και της αδιάλειπτης προσευχής.
     Το 1947 χειροτονήθηκε διάκονος και Ιερέας και έγινε ηγούμενος της Ρουμανικής Σκήτης του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου στον Ιορδάνη. Μετά από πέντε χρόνια σκληρής άσκησης αναχώρησε μαζί με τον υποτακτικό του Ιωαννίκιο στο σπήλαιο της Αγίας Άννης στη Χοζέβα, κοντά στη μονή του Αγίου Γεωργίου του Χοζεβίτου. Εκεί ασκήτεψε επτά χρόνια και παρέδωσε το πνεύμα του στο Θεό στις 5 Αυγούστου 1960. Μετά από 20 χρόνια, ανοίγοντας τον τάφο του, βρέθηκαν άφθαρτα και ακέραια τα λείψανά του μαζί με τα ρούχα του αναδίδοντας μια εξαίσια ευωδία. Τα λείψανά του μεταφέρθηκαν στη μονή του Αγίου Γεωργίου του Χοζεβίτου, στο παρεκκλήσι του Αγίου Στεφάνου όπου βρίσκονται μέχρι σήμερα.
  
ΘΑΥΜΑΤΑ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΗ - ΙΑΚΩΒΟΥ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΧΟΖΕΒΙΤΟΥ

     1) Το 1980 ένας έλληνας αρχιμανδρίτης από την Αμερική ο οποίος είχε ασκητέψει με τον Άγιο Ιωάννη στα νιάτα του και δεν ήξερε ότι είχε πεθάνει, είδε τον Άγιο στον ύπνο του, λέγοντάς του: «Αν θέλεις να με δεις, έλα στο σπήλαιο της Αγίας Άννης στην κοιλάδα του Ιορδάνη»! Μετά από ένα μήνα πήγε στην Μονή του Αγ. Γεωργίου του Χοζεβίτου. Με την επιμονή του αρχιμανδρίτου, ο ηγούμενος τελικά δέχτηκε ν’ ανοίξει τον τάφο του Αγίου κι έτσι βρέθηκαν τα λείψανά του άφθαρτα.
     2) Ένας ιερέας ο οποίος βοήθησε στην ανακομιδή των λειψάνων του Αγίου Ιωάννου από το σπήλαιο στο μοναστήρι, διηγούταν πως κάποιος που πήρε τρεις τρίχες από τον Άγιο, τον είδε στο όνειρό του και τον διέταξε να τις επιστρέψει. Μάλλον αυτό το πρόσωπο ήταν ο ίδιος ο ιερέας που διηγήθηκε την ιστορία.
     3) Το 1986 μία γυναίκα από την Κρήτη έστειλε στον ηγούμενο της μονής ένα χρυσό κουταλάκι ως ένδειξη ευγνωμοσύνης για ένα θαύμα του Αγ. Ιωάννου. Αυτή η γυναίκα ήταν άρρωστη δε μπορούσε να κουνηθεί και να μιλήσει και όλοι περίμεναν να πεθάνει. Τότε εμφανίστηκε ο Άγιος Ιωάννης ντυμένος με άμφια και κρατώντας το Άγιο Ποτήριο στο χέρι λέγοντάς της: «Εγώ είμαι ο Άγιος Ιωάννης ο Χοζεβίτης». Έπειτα ακούμπησε τη λαβίδα στη γλώσσα της και εξαφανίστηκε. Από εκείνη τη στιγμή η γυναίκα έγινε καλά.

www.proskynitis.blogspot.com