Παρασκευή, 14 Οκτωβρίου 2011

«ΟΣΙΑ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ Η ΕΠΙΒΑΤΙΝΗ»

     Ο πατέρας της Οσίας Παρασκευής ονομαζόταν Νικήτας. Δεν γνωρίζουμε το όνομα της μητέρας της. Είχαν άλλον έναν γιο, τον μετέπειτα επίσκοπο Μαδύτου, Άγιο Ευθύμιο τον Μυροβλύτη. Η μητέρα της την ανέθρεψε με φόβο και αγάπη Θεού. Όταν ήταν δέκα χρονών άκουσε το ευαγγελικό ανάγνωσμα που αναφέρονταν στο διάλογο του πλούσιου νέου με τον Κύριο. «Πούλησε τα υπάρχοντά σου και μοίρασέ τα στους φτωχούς και ακολούθησε με». Για μένα τα λέει, είπε η μικρή Παρασκευή, όπως κάποτε ο Άγιος Αντώνιος που άκουσε το ίδιο ευαγγελικό ανάγνωσμα και βγαίνοντας από το ναό έδωσε τα ρούχα της στην πρώτη φτωχή κοπέλα που συνάντησε και ντύθηκε τα φτωχικά. Αυτό το έκανε συχνά. Μοίραζε το φαγητό της και τα ρούχα της στα φτωχά παιδιά.
     Η Παρασκευή ήταν περιζήτητη νύφη από τους πλούσιους νέους που είχαν επίσημη κοινωνική θέση και μεγάλα αξιώματα, αλλά εκείνη αρνιόνταν. Τελικά έφυγε κρυφά από τους γονείς της στην Κωνσταντινούπολη και από εκεί στην Χαλκηδόνα όπου προσκύνησε τα λείψανα της Αγίας Ευφημίας και έπειτα στην Ηράκλεια του Πόντου όπου έμεινε σ’ ένα ναό της Θεοτόκου 5 χρόνια, κατερχόμενη κάθε είδος αρετής με ολονύχτιες προσευχές, νηστείες, αναστεναγμούς, δάκρυα και πένθος άσβεστο. Αφού επισκέφτηκε τα Ιεροσόλυμα αποφάσισε να μείνει στην έρημο του Ιορδάνη. Μια νύχτα όπως πάντα αγρυπνώντας παραδομένη στην προσευχή και στην άσκηση είδε άγγελο Κυρίου με μορφή νέου ο οποίος την προέτρεψε να γυρίσει στην πατρίδα της για να πεθάνει εκεί. Αφού πέρασε από την Κωνσταντινούπολη για δεύτερη φορά κατέληξε στην Καλλικράτεια της Ανατολικής Θράκης και υπηρέτησε στον ναό των Αγίων Αποστόλων. Σε ηλικία μόλις 27 χρόνων εκοιμήθη και την έθαψαν κοντά στη θάλασσα.
     Πέρασαν πολλά χρόνια όταν η θάλασσα έβγαλε στην παραλία της Καλλικράτειας το σώμα κάποιου νεκρού ναύτη. Όταν έσκαψαν για να θάψουν το σώμα του βρήκαν ένα άφθαρτο λείψανο, αλλά άπειροι όπως ήταν δεν έδωσαν σημασία στο γεγονός και πέταξαν το δύσοσμο σώμα του ναύτη στον ίδιο τάφο και σκέπασαν τα σώματα. Το συμβάν ξεχάστηκε. Ένας ευλαβής από το χωριό, ονόματι Γεώργιος, αγαπούσε το Χριστό και συχνά προσεύχονταν τις νυχτερινές ώρες στο σπίτι. Μια φορά τα ξημερώματα τον πήρε λίγο ο ύπνος και είδε μια λευκοφορεμένη σαν βασίλισσα περικυκλωμένη από πλήθος λαμπρών στρατιωτών. Ένας από τους στρατιώτες του είπε: « Γεώργιε, γιατί περιφρονήσατε το σώμα της Οσίας Παρασκευής; Πάρτε το γρήγορα και βάλτε το σε κιβώτιο λαμπρό, γιατί ο βασιλιάς του ουρανού την τίμησε στον ουρανό και θέλει να τη δοξάσει και στη γη ». Και η λευκοφορεμένη βασίλισσα του είπε « Πάρτε γρήγορα το λείψανό μου και βάλτε το σε λαμπρό χώρο, γιατί δεν μπορώ να υποφέρω την δυσοσμία αυτού του ανθρώπου ». Του αποκαλύπτει δε και τον τόπο όπου ήταν θαμμένη και το όνομά της.
     Το ίδιο βράδυ μια άλλη γυναίκα του χωριού η Ευφημία είδε στον ύπνο της παρόμοιο όραμα. Το πρωΐ διηγήθηκαν και οι δύο το όραμά τους στους συγχωριανούς τους. Όλοι έτρεξαν στον τάφο και βρήκαν το άφθαρτο σώμα της Οσίας να ευωδιάζει και έκανε πολλά θαύματα την ώρα που το μετέφεραν με την συνοδεία ιερέων και του πιστού λαού στο Ναό των Αγίων Αποστόλων στην Καλλικράτεια. Μερικοί ερευνητές υποστηρίζουν ότι τα λείψανα έμειναν στους Επιβάτες 200 χρόνια και όχι στην Καλλικράτεια.
     Ο Ιωάννης Ασάν ο Β΄ διάδοχος των ιδρυτών του Βουλγαρικού βασιλείου αφού κατέκτησε τη Θεσσαλονίκη, τη Θεσσαλία, τη σημερινή Σερβία και τη Δαλματία, το 1238 ζήτησε τα λείψανα της Οσίας Παρασκευής από τις λατινικές αρχές της Κωνσταντινούπολης και τα έφερε στο Τύρνοβο. Το 1393 ο Σουλτάνος Βαγιαζήτ κατέκτησε το Τύρνοβο. Το ίδιο έτος τα λείψανα μεταφέρθηκαν στο Βίντιν (Βιδίνιο) για πέντε χρόνια. Το 1398 τα άγια λείψανα της Οσίας Παρασκευής φτάνουν στο Βελιγράδι όπου έμειναν μέχρι το 1521 όταν ο Σουλτάνος Σουλεϊμάν ο Μεγαλοπρεπής κατακτά το Βελιγράδι και μεταφέρονται στην Κωνσταντινούπολη μαζί με τα λείψανα της Βασίλισσας Θεοφανούς.
     Το Μάϊο του 1641 ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Παρθένιος ο Α΄ σε ένδειξη ευγνωμοσύνης προς τον ηγεμόνα της Μολδαβίας Βασίλε Λούπου ο οποίος είχε πληρώσει όλα τα χρέη του Πατριαρχείου, του δώρισε τα λείψανα της Οσίας Παρασκευής τα οποία έφτασαν στο Ιάσιο στις 13 Ιουνίου 1641 και παρέμειναν στον Ι. Ν. Αγ. Τριών Ιεραρχών μέχρι το 1888 όταν μεταφέρθηκαν στο νέο καθεδρικό ναό Ιασίου όπου παραμένουν έως σήμερα. Η μνήμη της εορτάζεται στις 14 Οκτωβρίου.